Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Συνέντευξη BLACK JUJU


10001403_10202114785526041_1837036297_n






Οι Black Juju σχηματίστηκαν το 2011 και η έδρα τους βρίσκεται στη Λάρισα.
Τα μέλη της μετράνε πολλά χρόνια εμπειρίας στο χώρο της ροκ σκηνής.
Ο Πάνος Δημητρίου (στίχοι-φωνητικά) υπήρξε ο ιδρυτής των »Denial Price», ο Δημήτρης Τσιμπώνης (μουσική-κιθάρα) γνώριμος από τα 90′s και την underground σκηνή με τους «Dorian Gray» και ο Φόντας Στραγγαλινός στο μπάσο αποτελούν τη βασική σύνθεση των Black Juju.
Οι Black Juju μοιράστηκαν τη σκηνή με μπάντες όπως οι Cathedral, Orange Goblin, Riot, Reverend Bizarre και στις 21/12/2012 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ, «Letters From my Brother Cain».
Πρόσφατα υπέγραψαν συμβόλαιο με τη Roar Records και βρίσκονται στη διαδικασία εγγραφής του νέου τους άλμπουμ.
Ο Πάνος Δημητρίου και ο Δημήτρης Τσιμπώνης παραχώρησαν συνέντευξη στο διαδικτυακό www.ifeelradio.gr και στην εκπομπή της Κατερίνας Μπουδούρη, Feel a Rock a, και μίλησαν, μεταξύ άλλων, για τη μέχρι τώρα πορεία τους και για τα επερχόμενα σχέδια τους.

Καταρχήν πείτε μου πώς προέκυψε το όνομα της μπάντας.
Το όνομα της μπάντας το εμπνεύστηκα εγώ. Το πήρα από το ομώνυμο τραγούδι του Alice Cooper, από το δίσκο του Love it to Death. Tο άκουσα και μου άρεσε πολύ σαν όνομα. Η λέξη Juju στα αφρικανικά σημαίνει βουντού. (Πάνος Δημητρίου)
Έχεις επιρροές, δηλαδή, Πάνο από Alice Cooper;
Κατά ένα μέρος, ναι. Το 30% των επιρροών μου είναι από τον Alice Cooper, το άλλο 30 από Black Sabbath και το τελευταίο 30% από Van Der Graaf Generator. To 10% είναι λοιπές εμπειρίες. (γέλια)
Έχετε μία μεγάλη πορεία στον ευρύτερο χώρο της ροκ. Όλοι υπήρξατε μέλη σε άλλες μπάντες πριν σχηματίσετε τους Black Juju, ειδικά εσύ Πάνο. Θέλετε να κάνουμε μια αναδρομή σ’ αυτήν την πορεία;
Ξεκίνησα από τους Denial Price το 1986 μέχρι το 1990, έγινε μια μικρή διακοπή και από το 1992 μέχρι το 2006, όποτε ενσωματώθηκε και ο Δημήτρης Τσιμπώνης στο σχήμα. Ενδιάμεσα υπήρξαν και άλλες μπάντες: Fatal Attraction, Oblivion μ’ ένα demo το 1995. Παράλληλα ήταν και οι Dorian Gray, στους οποίους ήταν ο Δημήτρης με το Φόντα και με τον ντράμερ, τον Κώστα.
Πότε συναντιέστε για πρώτη φορά και δημιουργείτε τους Black Juju
Γνωριζόμασταν πολλά χρόνια, αλλά η όλη κουβέντα άρχισε το καλοκαίρι του 2000. Είχαμε παίξει και παλιότερα μαζί, πριν το 2000, ήμασταν φίλοι μεταξύ μας και παίζαμε και με τις μπάντες μας. Ουσιαστικά υπήρχε πάντα επαφή. Εκεί, περίπου στο 1995, κάναμε ένα project οι δυο μας που το ονομάσαμε «In Vain». Μετά βγάλαμε δύο demo. Το ομώνυμο, «In Vain», με 7 τραγούδια και το «Letters from my brother Cain», που είχε γύρω στα 13 κομμάτια. Από αυτά τα δύο demo, με κάποιες μικρές προσθήκες, βγήκε ο σημερινός δίσκος των Black Juju. (Δημήτρης Τσιμπώνης)
Οι επιρροές σας ποιες είναι;
Είναι οι Black Sabbath, ασφαλώς, σε όλο τους το φάσμα, ιδιαίτερα Ozzy και Dio. Από εκεί και πέρα είναι οι Trouble, παραγνωρισμένη μπάντα, δεν είχε την αποδοχή που θα έπρεπε να είχε. Και, τέλος, οι Non Fixtion, οι οποίοι πιστεύω πως μας επηρέασαν περισσότερο. (Δημήτρης και Πάνος)
Δεν ξέρω αν σας ενοχλούν οι ταμπέλες  και αν θα θέλατε να μας πείτε πού κινείστε παικτικά, ποιο είναι το στυλ σας.
Εμένα με ενοχλούν οι ταμπέλες. Αν σ’ αρέσει αυτό που ακούς, γιατί πρέπει να έχει μια ταμπέλα;
Παρόλα αυτά, αν ήθελες να με ρωτήσεις πού κινούμαστε, θα σου έλεγα πως είμαστε κλασικό heavy metal της δεκαετίας του ‘70. Γιατί όταν παίζονταν αυτά τα κομμάτια τότε, αυτό χαρακτηριζόταν ως heavy metal, δεν υπήρχε κάτι σκληρότερο. Οι Black Sabbath ήταν το heavy metal, και οι Led Zeppelin το ίδιο και οι Deep Purple, heavy metal ήταν και αυτοί. (Πάνος)
Γενικώς πολλοί μας χαρακτηρίζουν doom stoner. (Δημήτρης)
Δεν είμαστε όμως ούτε doom ούτε stoner. (Πάνος)
Εγώ θα έλεγα πως είμαστε heavy rock. (Δημήτρης)
Ο ήχος μας είναι heavy metal. Από εκεί και πέρα, το πώς αποδίδονται τα κομμάτια είναι το πώς νιώθεις την ώρα που το γράφεις, το τι περνάς στη συγκεκριμένη φάση της ζωής σου. Άλλες φορές θέλεις να τρέξεις περισσότερο, άλλες φορές θες να πας αργά, είσαι μίζερος, σκας ένα χαμόγελο… Τα συναισθήματα έχουν εναλλαγές και αυτό μεταφέρεται στη μουσική. Και η μουσική συναίσθημα είναι. (Πάνος)
Βάζετε, επομένως, την ψυχή σας την ώρα που γράφετε.
Ακριβώς! Είναι όλα ψυχή. Γι αυτό και είναι τραγούδια. Δεν είναι μια προσπάθεια να δείξει κάποιος κάτι. Είναι μια μπάντα που βγάζει τραγούδια. Δεν κολλάς στο σόλο, πόσο τεχνικό είναι, δεν κολλάς στο πού ανεβαίνει η φωνή, ή στον ντράμερ, αν παίζει τρελά την κάσα.
Τον τίτλο του άλμπουμ ποιος τον εμπνεύστηκε;
Εγώ τον εμπνεύστηκα (Πάνος). Είναι λίγο δύσκολο, έτσι; (γέλια)
Η αλήθεια είναι πως ναι, είναι (γέλια). Μάλλον θες να μας παιδεύεις Πάνο.
Έκανα και γω ένα σαρδάμ μια φορά σ’ ένα live. (Πάνος)
Γενικά δε θέλω να το δίνω στο πιάτο, θέλω να το παιδεύω λίγο.
«Letters from my brother Cain», λοιπόνΤι γράμματα να μας έστειλε αυτός ο αδερφός άραγε;
Γράμματα αγάπης, μίσους… Άλλα ήταν δακρύβρεχτα, άλλα είχαν λίγη άμμο μέσα.
Άμμο; Δηλαδή;
Ο Μωυσής πήρε το λαό του Ισραήλ από τη φυλακή και τον πέρασε απ’ τη θάλασσα που άνοιξε στη μέση. Σωστά; Όπως περπατούσε, λοιπόν, έμεινε και λίγη άμμος στα ρούχα του, στα σανδάλια του… Δε μιλάει κάποιο τραγούδι γι αυτό το πράγμα. Αλλά δίνονται αλληγορικά…
Φιλοσοφημένος και ψαγμένος λοιπόν ο τίτλος….
Μουσική και στίχους ποιος έχει γράψει; Και από πόσα κομμάτια αποτελείται;
Το πρώτο μεγάλο μας πρόβλημα καταρχήν ήταν το πόσα κομμάτια θα έχει μέσα ο δίσκος. Ήμασταν ανάμεσα στα 9 και στα 13. Τελικά αποφασίσαμε να είναι 11.
Η αλήθεια είναι πως έχουμε αρκετά κομμάτια έτοιμα, τα οποία θα μπορούσαν να βγάλουν άνετα τέσσερις δίσκους.
Ήδη ετοιμάζουμε το νέο μας δίσκο, που μάλλον κι αυτός θα έχει 11 τραγούδια και ο τίτλος του κατά πάσα πιθανότητα θα είναι «Let come the end».
Τώρα τη μουσική στα τραγούδια τη γράφει ο Δημήτρης και οι στίχοι είναι αποκλειστικότητα δική μου.
Δεν τραγουδάω στίχους άλλων, έχω θέμα. Ερμηνεύεις αν το νιώθεις, έτσι πιστεύω. (Πάνος – γέλια)
Εγώ δεν μπορώ να γράψω στίχους, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα. (Δημήτρης – γέλια)
Η εγγραφή και το mastering του δίσκου πού έγινε;
Η εγγραφή και το remix έγινε στο Fabric Studio, στη Λάρισα, από το Γιώργο Τσαβδαρίδη. To mastering έγινε από τον Jeff Mortimer στο J-M Mastering studio, στο Λονδίνο. Και οι δύο πολύ καλοί στη δουλειά τους κι έβγαλαν αυτό ακριβώς που θέλαμε. Το φυσικό ήχο. Δε θέλαμε δηλαδή να ακούγεται προγραμματισμένο. Τα όργανα είναι κανονικά γραμμένα, χωρίς λούπες, τα τύμπανα είναι φυσικά, με καρφί στους ενισχυτές.
Ενδιαφέρον είναι και το εξώφυλλο του άλμπουμ.
Το εξώφυλλο και το logo τα επιμελήθηκε ο Πάνος, ο τραγουδιστής των Aenaon.
Ειδικά για το logo, μπόρεσε και κατάλαβε απ’ την αρχή το πώς θέλαμε να είναι.
Για το εξώφυλλο τον ταλαιπωρήσαμε αρκετά, αν και είχαμε τη βασική ιδέα, μέχρι να καταλήξουμε στις λεπτομέρειες και στα χρώματα μας πήρε καιρό, αλλά το αποτέλεσμα μας ευχαρίστησε όλους.
Έχετε πολλές εμφανίσεις, πολλές δραστηριότητες. Ποιες είναι αυτές που ξεχωρίζετε;
Παίξαμε support στους Riot, στους Reverend Bizzare, στους Orange Goblin, αλλά αυτό που ξεχωρίζει θα έλεγα είναι το support στους Cathedral, στη Θεσσαλονίκη, το Νοέμβριο του 2010.
Κατά τ’ άλλα, τα live είναι τοπικά τα πιο πολλά. Στο stage στη Λάρισα, παρέα με συγκροτήματα απ’ τη Λάρισα ή την Αθήνα.
Ποια νομίζετε πως είναι τα στοιχεία που δίνουν διάρκεια σε μια μπάντα στο χρόνο;
Θα πρέπει να είναι ώριμοι, να ξέρουν τι θέλουν σ’ αυτό που παίζουν. Να ξέρουν γιατί το παίζουν. Να εκφράζονται μέσα απ’ τη μουσική. Αν θες να είσαι μπάντα, δεν μπορείς να είσαι πάντα η άποψή σου. Να λες την άποψή σου ακούγοντας ταυτόχρονα και τις απόψεις των άλλων.
Βέβαια σ’ αυτό εγώ είμαι λίγο ξεροκέφαλος θα έλεγα. Έχω ένα ελάττωμα. Όταν έχω ένα κομμάτι στο μυαλό μου και πάω στα παιδιά να το παίξουμε, λίγο πολύ το ξέρω, το έχω γράψει στον εγκέφαλό μου πώς θέλω ν’ ακούγεται. Και όταν ξέρω κάτι, το υποστηρίζω μέχρι τέλους. Μπορεί να μην είναι τέλειο αντικειμενικά, αλλά είναι καλό για μένα και μπορώ να το υποστηρίξω απέναντι στους άλλους. Γίνομαι λίγο φορτικός σ’ αυτό. Αλλά οι υπόλοιποι με ξέρουν πλέον και δεν υπάρχει πρόβλημα. (γέλια)
Δε φτάνουμε όμως στα άκρα. Να τους επιβάλλω να το παίξουν. Δε γίνεται αυτό το πράγμα. Θα υπάρχει μιζέρια. Απλά οι ρόλοι είναι κατανοητοί απ’ όλους και δεν μπλέκεται κανείς στα χωράφια του άλλου. (Πάνος)
Γενικώς, τα βρίσκουμε, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα μεταξύ μας. (Δημήτρης)
Ποια είναι τα προγραμματισμένα live; Οι επόμενες κινήσεις σας?
Το επόμενο προγραμματισμένο live είναι για τις 11 Απριλίου, στο Stage, στη Λάρισα, ως support των Mayfair.Δισκογραφικά τώρα, στις 26 Ιανουαρίου του 2014 υπογράψαμε συμβόλαιο με τη Roar Records, που πιστεύει πολύ στους Black Juju. Έγινε νέα κοπή του cd, χίλια αντίτυπα από την εταιρεία. Στις 9 Μαρτίου έγινε επανακυκλοφορία από τη Roar Records και είναι διαθέσιμο για downloading στο amazon, υπάρχει και στο επίσημο site της Roar records, απ’ όπου και θα μπορούν να το παραγγείλουν, καθώς επίσης το στέλνουμε κι εμείς με αντικαταβολή.
Γίνεται  συζήτηση να κυκλοφορήσει και σε βινύλιο το «Letters from my brother Cain».
Πιστεύουμε πως μέχρι την άνοιξη του 2015 θα κυκλοφορήσει και το νέο άλμπουμ, από την Roar Records. (Δημήτρης)
Δεν υπάρχει δηλαδή κάποια δέσμευση με την εταιρεία για την ημερομήνια που θα κυκλοφορήσει το νέο άλμπουμ;
Όχι, δεν υπάρχει κάποια δέσμευση, δε μας αγχώνει κάτι. Αν κάποιος μας αγχώνει αυτός είναι οι εαυτοί μας. Επειδή το υλικό είναι πάρα πολύ και «παλιώνει» πριν ακόμη φτιαχτεί. Θέλουμε να βγάλουμε καινούρια τραγούδια και συγκρατιόμαστε, λέμε όχι, γιατί υπάρχουν τόσα άλλα από πίσω, τα οποία θα θαφτούν. Είναι ένας βάρος, ένας σταυρός που κουβαλάς. (Πάνος)
Πώς βλέπετε τα πράγματα στη μουσική σκηνή στην Ελλάδα;
Τα πράγματα έχουν βελτιωθεί πάρα πολύ, καμία σχέση με το πώς ήταν παλιά. Απλά υπάρχουν κάποιες νοοτροπίες, οι οποίες παραμένουν ίδιες. Αυτό που λέω πάντα είναι να δώσουμε την αξία εκεί που πρέπει. Γιατί το να βγάλει ο καθένας μια δουλειά  είναι πλέον πολύ εύκολο.
Παλιά οι μπάντες ήταν παρέες, έκαναν πρόβες όλοι μαζί. Τώρα πλέον ο καθένας κάθεται σ’ έναν υπολογιστή στο χώρο του και τα βγάζει εκεί, τα ηχογραφεί στο σπίτι κατά μια έννοια, βγαίνουν εύκολα οι παραγωγές. Βέβαια υπάρχει μια ποιότητα, και στην παραγωγή και στο παίξιμο.
Έχουν βγει και πολλά είδη στο μέταλ και πλέον χάνεται η μπάλα. Βγαίνουν πάρα πολλοί, πάρα πολύ γρήγορα. Τα παιδιά όλα παίζουν καλά, δεν υπάρχει αμφισβήτηση σ’ αυτό το θέμα. Τα τραγούδια είναι το πρόβλημα. Τι τραγούδια γράφει ο καθένας. Αυτό είναι το σημείο, πιστεύω, που πρέπει να δίνει ο καθένας τη βαρύτητά του, όταν ακούει μια μπάντα. (Πάνος)
Βλέπεις, δηλαδή, θετικά να εξελίσσονται τα πράγματα;
Σίγουρα είναι καλύτερα απ’ το παρελθόν. Αλλά, εκτός κάποιων εξαιρέσεων, δεν μ’ εντυπωσιάζει κάτι ιδιαίτερα. Παίζουν καλύτερα όλοι, έχουν καλύτερες παραγωγές, έχουν καλύτερα live, καλύτερες οργανώσεις, ναι. Αλλά είναι λίγες οι μπάντες που θα μου τραβήξουν την προσοχή. (Πάνος)
Λείπει, πιστεύεις, η προσωπική σφραγίδα;
Ναι, φυσικά. Ξέρεις, είναι λίγο δύσκολο να το καταφέρεις αυτό. Επειδή ακριβώς προσπαθούν να παίξουν αυτό που ακούν, που κατά τη γνώμη μου δεν είναι σωστό αυτό. Πρέπει να το φιλτράρεις πρώτα πολύ καλά αυτό. Και αυτό δε φιλτράρεται όταν έχεις λίγα χρόνια πίσω σου. Παίρνει χρόνια και πρωταρχικά ψάξιμο μέσα στον εαυτό σου. (Πάνος)
Κλείνοντας, να μας πείτε ποιο είναι το κομμάτι του άλμπουμ που αντιπροσωπεύει τους Black Juju.
Είναι το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, «Blame it on Gods». Εδώ είναι η σύνδεση με τον Cain. Σηκώνει τα χέρια ψηλά και αναρωτιέται, «πες μου αδερφέ, γιατί; πού ρίχνεις την ευθύνη, στους θεούς ή σε μένα;». Όχι «εγώ φταίω».
Πιστεύω πως και για το καλό και για το κακό φταίμε μόνο εμείς. Γιατί και το καλό φταίξιμο είναι. (Πάνος)
Σας ευχαριστώ πολύ Πάνο Δημητρίου και Δημήτρη Τσιμπώνη για τη συζήτηση. Καλή επιτυχία στην πορεία σας και περιμένουμε νεότερά σας.
Εμείς ευχαριστούμε πολύ.
390173_430109553723382_1858493309_n (1)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου